Προσαρμοστικότητα, δημιουργικότητα και ευελιξία συνθέτουν την πολύ-παραγοντική μέθοδο παρέμβασης που ακολουθείται στο Κέντρο «Εξέλιξη». Με την αξιοποίηση των πιο σύγχρονων μεθόδων παρέμβασης και με τη δημιουργία καινοτόμων μεθόδων παρέμβασης για μαθητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στοχεύουμε στην καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση των ελλειμμάτων των παιδιών/των εφήβων με ΕΕΑ.

Είναι ένα πρόγραμμα που ενισχύει τις κοινωνικές δεξιότητες του παιδιού με  ΔΑΦ.  Αποτελείται από δύο μέρη: το SSPI Ι & SSPI ΙΙ. Στο  SSPI Ι περιλαμβάνεται η αξιολόγηση του παιδιού και του γονέα από το ειδικό- θεραπευτή, ενώ στο SSPI ΙΙ περιλαμβάνει την παρέμβαση στην όποια συμμετέχει ο θεραπευτής με το παιδί.  Επίσης, το δεύτερο μέρος αποτελείται από 3  επίπεδα: 1ο επίπεδο είναι ο   θεραπευτής και το παιδί, στο 2ο είναι ο θεραπευτής και 2 παιδιά και στο 3ο ο θεραπευτής και μια ομάδα παιδιών (από 3 παιδιά και πάνω).

Αποτελεί μια προσέγγιση που βοηθάει τα άτομα στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης να μάθουν τις «Θεμελιώδεις Αρχές της Επικοινωνίας», μεταξύ άλλων, ο συντονισμός και η σύνδεση με τον Άλλο, η ικανότητα αλληλουχίας εναλλαγής σειρών σε ανταλλαγές συμπεριφοράς, ο αυτοέλεγχος της διέγερσης , η  «Ανάγνωση Νου και Προσώπου»,  η αναγνώριση των συναισθημάτων και η ανάπτυξη ενσυναίσθησης.  Βασικές τεχνικές του είναι:

  • Συντονισμός
  • Κοινή Απόλαυση και ενδιαφέρον
  • Προσμονή προς παρατήρηση συμπεριφορών
  • Ο άλλος να γίνει ο οδηγός της αλληλεπίδρασης κ της έναρξής της
  • Συχνές παύσεις
  • Συγχρονισμός της απαντητικότητάς/ αμοιβαία ανατροφοδότηση
  • Συντονισμός σώματος προς τον Άλλο και διαθέσιμο βλέμμα
  • Μινιμαλισμός

Ιδιαίτερα βοηθητικό είναι στον αυτισμό, γιατί βοηθάει στην ενίσχυση των κοινωνικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων και ρουτινών και την ανάπτυξη της «Θεωρίας του Νου», όπως μη λεκτική σηματοδότηση συναισθημάτων, αναγνώριση και χρήση ελεατικής επαφής και εκφράσεων του προσώπου και επιτρέπει κάποια βασικά χαρακτηριστικά του ΔΑΦ: ευέλικτη αλληλεπίδραση που παρέχει την αίσθηση άνεσης και ασφάλειας, λαμβάνοντας υποψιών το άγχος και την ανάγκη για ξεκούραση με διαλλείματα.

Πρόκειται  για  αισθητηριακό παιχνίδι  κατά τη διάρκεια του οποίου παιδιά όλων των ηλικιών και ικανοτήτων  χρησιμοποιούν υλικά που απευθύνονται σε όλες τις αισθήσεις. Μέσω αυτού, εξερευνούν ελεύθερα και πειραματίζονται σε ασφαλές περιβάλλον, με τον δικό τους τρόπο και στο δικό τους χρόνο, και καθοδηγούμενα από τον εαυτό τους και μόνο. Αυτό το είδος παιχνιδιού είναι ο φυσικός τρόπος παιχνιδιού των παιδιών, τα οποία πάντα ήθελαν και επιδίωκαν να παίζουν με όλες τους τις αισθήσεις, με τα χώματα, τις λάσπες, τον πηλό, και τόσα άλλα υλικά της φύσης που υπήρχαν απλόχερα γύρω τους. Ακριβώς επειδή χρησιμοποιούνται όλες οι αισθήσεις, ο παιδικός εγκέφαλός δέχεται αισθητηριακά ερεθίσματα που είναι απαραίτητα για την ολοκληρωμένη του ανάπτυξη. Το Messy Play  βοηθά:

Την προσωπική, συναισθηματική & κοινωνική ανάπτυξη:

  • Τα παιδιά χτίζουν αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση, ανεξαρτησία, καθώς μπορούν μόνα τους να επιλέγουν και να δοκιμάζουν, να επιδίδονται σε κάτι που τόσο τους αρέσει χωρίς περιορισμούς και παρεμβάσεις, χωρίς τελικό αποτέλεσμα και ανταγωνισμό.
  • Αναπτύσσουν συγκέντρωση, δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και σχεδιασμού.
  • Μέσω του παράλληλου παιχνιδιού με ενήλικες και με άλλα παιδιά, εξασκούνται οι δεξιότητες παρατήρησης, αλληλεπίδρασης και συνεργασίας.
  • Προωθείται ο αυτοσεβασμός και ο σεβασμός για τους άλλους.
  • Αποτελεί μια διέξοδο για τα συναισθήματα, τις εμπειρίες και τις σκέψεις.

Την κινητική & γνωστική ανάπτυξη:

  • Ασκείται ο συντονισμός ματιού-χεριού, η λεπτή και η αδρή κινητικότητα, η δεξιότητα του κοψίματος, της γραφής, της χρήσης εργαλείων, καθώς ανακατεύουν, σκαλίζουν, χαράζουν, πετάνε κλπ.
  • Αποκτούν μια εικόνα του τί σημαίνει προσωπικός χώρος.
  • Αποκτούν έλεγχο του σώματός τους, ευστάθεια και ισορροπία, καθώς μεταφέρουν, αδειάζουν ή γεμίζουν.
  • Ασκούν τη συγκέντρωσή τους, καθώς απορροφώνται για ώρα από το παιχνίδι τους.

Την επικοινωνία & ανάπτυξη της γλώσσας:

  • Όταν παίζουν χρησιμοποιούν λέξεις και χειρονομίες, κάνουν ερωτήσεις για πράγματα που θέλουν να μάθουν, εξηγούν τις ενέργειές τους.
  • Όταν αποκτάνε όλο και μεγαλύτερες λεκτικές δεξιότητες, αρχίζουν να περιγράφουν τις ιδιότητες, τις διαφορές και τις ομοιότητες αυτών που βλέπουν, που ακούν, που ακουμπάν, που μυρίζουν και γεύονται.
  • Ενθαρρύνονται οι δεξιότητες της σκέψης και της αφήγησης, ακόμα και του γραπτού λόγου.

Την μαθηματική ανάπτυξη:

  • Μαθαίνουν να καταμετρούν, να υπολογίζουν, να κατατάσσουν, να ομαδοποιούν, να τοποθετούν, να ταξινομούν, να δημιουργούν μοτίβα
  • Έρχονται κοντά σε έννοιες, όπως του σχήματος και του μεγέθους.
  • Αρχίζουν να κατανοούν τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος.

Την δημιουργική ανάπτυξη:

  • Έρχονται σε επαφή και εξοικειώνονται με υλικά της φύσης και καλλιτεχνικά υλικά.
  • Εξερευνούν τα χρώματα, τα σχήματα και τον χώρο.
  • Ενθαρρύνεται η φαντασία τους, το αισθητηριακό παιχνίδι σύντομα αρχίζει και γίνεται και παραστατικό.
  • Εκφράζουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους μέσα από το χρώμα, τις υφές και τα σχήματα, με τρισδιάστατο ή δισδιάστατο τρόπο.

Το πρόγραμμα περιέχει ασκήσεις παρέμβασης για τις Μαθησιακές Δυσκολίες σε επίπεδο αναπτυξιακών τομέων ανάπτυξης, όπως αυτοί ορίζονται στο ΑθηνάΤεστ.

Η τέχνη ως θεραπεία χρησιμοποιείται γενικά ως ένας εναλλακτικός τρόπος για να βελτιωθεί η συναισθηματική κατάσταση του ατόμου και η ψυχική του ευεξία. Η εκφραστική θεραπεία μέσω τέχνης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται όμως μόνο ως θεραπεία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανακούφιση του στρες ή της έντασης, ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένας τρόπος ενδοσκόπησης του εαυτού.  Η Art  Therapy είναι μια μορφή εκφραστικής θεραπείας που χρησιμοποιεί υλικά τέχνης, όπως χρώματα, κιμωλίες κλπ. Συνδυάζει τις παραδοσιακές ψυχοθεραπευτικές θεωρίες και τεχνικές με την κατανόηση των ψυχολογικών πτυχών της δημιουργικής διαδικασίας. Κατ’ ουσία είναι  η χρήση και δημιουργία τέχνης, προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση του εαυτού και των άλλων και στη συνέχεια μπορεί να συμβάλλει στην προσωπική ανάπτυξη, να αυξήσει τις προσαρμοστικές ικανότητες, και να ενισχύσει τις νοητικές λειτουργίες.

Βασίζεται στις θεωρίες της προσωπικότητας, την ανθρώπινη ανάπτυξη, την ψυχολογία, τα οικογενειακά συστήματα  και την εκπαίδευση τέχνης. Οι θεραπευτές  του Art Therapy  εκπαιδεύονται τόσο στην τέχνη όσο και στην ψυχοθεραπευτική θεραπεία.  Φυσικά, είναι γνώστες της ανθρώπινης ανάπτυξης, των ψυχολογικών θεωριών, κλινικής πρακτικής, τις πολυπολιτισμικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις, και της δυνατότητας θεραπείας της τέχνης. Χρησιμοποιούν την τέχνη για θεραπεία, την αξιολόγηση και την έρευνα, και συνεργάζονται με άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Εξετάζονται προσεγγίσεις που αφορούν τη διδασκαλία/εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης ξένης γλώσσας στην τυπική εκπαίδευση και τη διασπορά με σημείο αναφοράς την τοποθέτηση της γλώσσας σε ποικίλα κοινωνικοπολιτισμικά πλαίσια και τη δημιουργία εκπαιδευτικού υλικού για κάθε ομάδα-στόχο. Ομοίως, αναδεικνύονται καλές πρακτικές και διδακτικές προτάσεις για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε παιδιά με μεταναστευτικό υπόβαθρο, σε παιδιά Ρομά, σε παιδιά προσφύγων, αλλά και σε άλλες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.

Η μέθοδος αυτή αναπτύχθηκε από τον παιδοψυχίατρο Stanley Greenspan και είναι μια μέθοδος παρέμβασης για την αλληλεπίδραση με παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ). Βασίζεται στην ιδέα ότι το παιδί μπορεί να αναπτύξει σε μεγαλύτερο βαθμό την αλληλεπίδραση με έναν ενήλικα, όταν εκείνος εστιάζει στις δυνατότητες του παιδιού, ανάλογες ως προς το αναπτυξιακό του επίπεδο.

Στόχος είναι να καταφέρει το παιδί να επιτύχει 6 βασικά αναπτυξιακά ορόσημα που αφορούν στην συναισθηματική και πνευματική ανάπτυξή του:

  • αυτορρύθμιση και ενδιαφέρον για τον κόσμο
  • οικειότητα ή  ενδιαφέρον για τις ανθρώπινες σχέσεις
  • αμφίδρομη επικοινωνία
  • συναισθηματική εγγύτητα.

Το παιδί με αυτισμό διέρχεται με φυσικό τρόπο στα στάδια-ορόσημα ως αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων με τον ενήλικα. Ο ενήλικας (γονιός ή ειδικός) ασχολείται με μια δραστηριότητα μαζί με το παιδί. Η δραστηριότητα έχει επιλεγεί με βάση τις προτιμήσεις του παιδιού και είναι πάντα σε επίπεδο δυσκολίας ανάλογο με το πόσο άνετο και με διάθεση είναι το παιδί. Στα πλαίσια της από κοινού δραστηριότητας μεταξύ γονέα και παιδιού, ο γονιός εκπαιδεύεται από ειδικούς στο πώς να αλληλεπιδρά πιο αποτελεσματικά με το παιδί, μια δράση γνωστή ως “Ανοικτοί και κλειστοί κύκλοι επικοινωνίας”. Η μέθοδος  παρέμβασης Floortime εστιάζει στο λόγο, στην κίνηση ή στις γνωστικές δεξιότητες μέσω της ανάπτυξης του συναισθήματος και λέγεται έτσι, γιατί  ο γονιός/ειδικός βρίσκεται στο πάτωμα κατά την διάρκεια της αλληλεπίδρασης με το παιδί.

Η μέθοδος αυτή βασίζεται στην παιδαγωγική της M. Montessori και περιλαμβάνει δραστηριότητες(8 ενότητες) που αναφέρονται στις διάφορες πλευρές ανάπτυξης ενός παιδιού (κοινωνική, συναισθηματική και άλλα). Έτσι, μέσω της παρέμβασης αυτής, το παιδί εξοικειώνεται με πράξεις της καθημερινής ζωής, αυτονομείται και αναπτύσσει τον αισθητηριακό και κινητικό του κόσμο.

Η μέθοδος αυτή  απευθύνεται σε παιδιά από 1 μηνών  έως  5 ετών, τα οποία δεν έχουν καταφέρει να κατακτήσουν ορισμένα αναπτυξιακά ορόσημα με βάση την ηλικία τους,όπως είναι η βλεμματική επαφή, η ομιλία, το βάδισμα κλπ, τα οποία είναι σημαντικά για την μετέπειτα εξέλιξή τους. Στην περίπτωση όπου υπάρχει κάποια πιθανή καθυστέρηση ή δυσκολία στην κατάκτηση κάποιων από των παραπάνω δεξιοτήτων, τότε οι γονείς καλό θα ήταν να εντάξουν το παιδί τους σε πρόγραμμα πρώιμης παρέμβασης. Το πρόγραμμα της πρώιμης παρέμβασης βασίζεται στη μέθοδο Hanen «It Takes Two To Talk». Το πρόγραμμα αυτό είναι αποκλειστικά σχεδιασμένο για γονείς μικρών παιδιών τα οποία έχουν διαγνωσθεί με καθυστέρηση στην ανάπτυξη των γλωσσικών τους δεξιοτήτων. Έτσι, μέσα από αυτό το πρόγραμμα, οι γονείς εκπαιδεύονται και μαθαίνουν πως μπορούν να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τα παιδιά τους να επικοινωνήσουν και να αναπτύξουν ομιλία. Πιο συγκεκριμένα:

  • Αναγνωρίζουν το στάδιο επικοινωνίας στο οποίο βρίσκεται το παιδί τους, καθώς επίσης και το στυλ της επικοινωνίας του παιδιού τους, προκειμένου να γνωρίζουν ποιο θα είναι το επόμενο βήμα/ στάδιο που θα πρέπει να ακολουθήσουν.
  • Αλλάζουν τον τρόπο που επικοινωνούν με το παιδί τους προκειμένου να το βοηθήσουν να μάθει καινούργιες λέξεις.
  • Αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουν αλλά και παίζουν με το παιδί τους προκειμένου να το βοηθήσουν να αναπτύξει γλωσσικές ικανότητες.
  • Προσθέτουν λόγο κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασής τους με το παιδί, προκειμένου να το βοηθήσουν να αναπτύξει ομιλία και να κατανοήσει το λόγο.

Tο πρόγραμμα αυτό έχει διάρκεια 13 εβδομάδες και εκπαιδεύει σε 6-8 συνεδρίες τους γονείς είτε ατομικά είτε σε μικρές ομάδες. Κάποιες συνεδρίες βιντεοσκοπούνται από τον θεραπευτή, όταν εφαρμόζονται οι στρατηγικές του προγράμματος.

Η συγκεκριμένη μέθοδος είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική για την παροχή μαθησιακών ευκαιριών σε ετερογενείς τάξεις μαθητών(π.χ. κοινωνικό-συναισθηματικές διαφορές, διάφορα είδη νοημοσύνης, τάξεις αποτελούμενες από παιδιά με και χωρίς ειδικές ανάγκες. Επιπροσθέτως το είδος αυτό παρέμβασης δεν αποτελείται από μόνο μια στρατηγική, αλλά από ένα σύνολο στρατηγικών, που ανταποκρίνεται στα διαφορετικούς τρόπους σκέψης(thinking styles) και μάθησης(learning styles).

Πρόκειται για πρόγραμμα θεραπευτικής παρέμβασης  που βασίζεται στα  Lego   αποσκοπεί στην ανάπτυξη  κοινωνικών δεξιοτήτων, στις οποίες υστερούν πολλές φορές τα  παιδιά µε ∆ιαταραχή Αυτιστικού Φάσµατος και µε δυσκολίες στην επικοινωνία και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Το πρόγραµµα που βασίζεται στο παιχνίδι με τα Lego αποτελεί µια πολυαισθητηριακή τεχνική, η οποία µπάρει να εφαρμοστεί σε διαφορετικά περιβάλλοντα και µε πολλές προσαγωγές. Δηλαδή, ότι µπορεί να προσαρµοστεί στις ανάγκες του κάθε παιδιού. Παρόλα αυτά, τα περισσότερα προγράµµατα Lego µοιάζουν και ακολουθούν τα παρακάτω βήµατα: το κάθε παιδί µαθαίνει ένα σύνολο κανόνων και συγκεκριµένες δεξιότητες δηµιουργίας Lego, τα παιδιά γνωρίζουν τα άλλα µέλη της οµάδας, και ολα τα µέλη της οµάδας συµφωνούν σχετικά µε το τι θα φτιάξουν. Επίσης, το εγχείρηµα πρέπει να ανταποκρίνεται στις δυνατότητες όλων των µελών της οµάδας. Φυσικά,  σε κάθε παιδί της οµάδας ανατίθεται ένας ρόλος, ο οποιος  διαφοροποιειται στη διάρκεια των συναντήσεων  και όλα τα µέλη εργάζονται µαζί, µε σκοπό να κατασκευάσουν αυτό που τους ανατέθηκε και  ακολουθώντας τις αρχές της θεραπείας Lego. Σε αυτό το προγραμμα, είναι απαραιτητο ένας θεραπευτής καθοδηγεί τα παιδιά και τα ενθαρρύνει να αντιµετωπίσουν και να επιλύσουν διάφορες καταστάσεις που µπορεί να προκύψουν. Μέσω της τεχνικής αυτής,

  • τα παιδιά µαθαίνουν να επικοινωνούν µε τους άλλους,
  • να εκφράζουν τα συναισθήµατά τους,
  • να τροποποιούν τη συµπεριφορά τους,
  • να αναπτύσσουν δεξιότητες επίλυσης προβληµάτων και
  • να αναπτύσσουν φιλικές σχέσεις µε τους γύρω τους.

Η παιγνιοθεραπεία είναι μια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που απευθύνεται κυρίως σε παιδιά ηλικίας 3-12 ετών και βασίζεται στην αρχή ότι το παιχνίδι είναι θεραπευτικό κι έχει ζωτική σημασία για την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού. Η θεραπευτική αυτή προσέγγιση διαφέρει από τις «παραδοσιακές θεραπείες» στο ότι δεν βασίζεται στο λόγο, αλλά στο παιχνίδι. Έτσι, το παιχνίδι μετατρέπεται από μέσο εξωτερίκευσης των συναισθημάτων του παιδιού σε μέσο κατανόησης για το θεραπευτή, για να μετουσιωθεί τελικά σε μέσο θεραπευτικής αλλαγής και προσωπικής ανάπτυξης. Η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εξελικτικά, διαγνωστικά, προληπτικά και θεραπευτικά, ενώ μπορεί επίσης να λειτουργήσει μόνη της (σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο) ή σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες ανάλογα πάντα με το «πρόβλημα» και τη σοβαρότητα του.

Τα παιδιά μέσα από το παιχνίδι μαθαίνουν:

  • Τη σωστή χρήση των παιχνιδιών. Το παιδί βρίσκει ενδιαφέρον να τα επεξεργάζεται με πιο λειτουργικό τρόπο.
  • Δεξιότητες συνεργασίας και αμοιβαιότητας.
  • Κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες.
  • Εξω-λεκτική επικοινωνία.
  • Να ρυθμίζονται οπτικά, κινητικά, αισθητηριακά.
  • Να μιμούνται συνομηλίκους στις δραστηριότητες του παιχνιδιού.
  • Να παίζουν συμβολικά χρησιμοποιώντας τη φαντασία.
  • Να παίζουν με κανόνες, τήρηση σειράς, χρόνου, στόχου.
  • Να επιλύουν προβλήματα.
  • Να εκφράζουν συναισθήματά τους.
  • Να διαχειρίζονται τον θυμό, την επιθετικότητα, την άρνησή, τον ενθουσιασμό τους).
  • Να κατανοούν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς.
  • Να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως μέρος του συνόλου.

Πρόκειται για ένα πρόγραμμα έμμεσης θεραπείας λόγου 12 εβδομάδων για παιδιά προσχολικής ηλικίας και βασίζεται στην θεωρία κοινωνικής-αλληλεπίδρασης. Επίσης, υποστηρίζεται από εμπειρικά τεκμηριωμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις: Βραχεία Θεραπεία με Εστίαση στη Λύση και Θεραπεία Αλληλεπίδρασης Γονέα-Παιδιού.

Στο πρόγραμμα εμπλέκονται και οι  γονείς και το  παιδί.  Μέσω αυτού:

  • γίνονται ωφέλιμες τροποποιήσεις στο επικοινωνιακό και γλωσσικό περιβάλλον του παιδιού
  • προάγεται το επικοινωνιακό κίνητρο και
  • ενισχύεται η γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού.

Αποτελεί κάθε αντικείμενο και εξοπλισµός που χρησιμοποιείται προκειμένου να αυξήσει ή να βελτιώσει τις λειτουργικές δυνατότητες των άτονων µε ειδικές ανάγκες. Τα άτομα με αναπηρία έχουν συχνά δυσκολίες να εκτελέσουν Δραστηριότητες Καθημερινής Ζωής (ΔΚΖ), οι οποίες περιλαμβάνουν τις μεταφορές, την τουαλέτα, το μπάνιο, την ένδυση, τη σίτιση και την προσωπική φροντίδα και η υποστηρικτική τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει την ικανότητα να εκτελούν αυτές τις δραστηριότητες Παραδείγματα υποστηρικτικής τεχνολογίας είναι τα ηλεκτροκίνητα αμαξάδα, τα οποία μπορούν να δώσουν τη δυνατότητα μετακίνησης σε άτομα τα οποία δεν μπορούν να περπατήσουν, όπως και οι υποστηρικτικές συσκευές σίτισης για άτομα τα οποία δεν μπορούν να σιτιστούν αυτόνομα.

H χρήση της προϋποθέτει τη συνεργασία διαφόρων ειδικοτήτων όπως:

  • εργοθεραπευτής
  • φυσικοθεραπευτής
  • λογοθεραπευτής
  • κοινωνικός λειτουργός
  • νοσηλευτής
  • ψυχολόγος
  • ειδικός παιδαγωγός

Ενδεικτικά αναφέρονται κάποια από τα εξειδικευμένα λογισμικά που χρησιμοποιούνται από τη θεραπευτική ομάδα του Κέντρου μας:

  • ΕΠΙΤΕΛΩ
  • «Υπέρ-δομή»
  • Ιδεοκατασκευές
  • Το σίντι-ρομ του Δυσαλέξη
  • Ακτίνες κ.α.

Το συγκεκριμένο υλικό βασίζεται στην  διαμόρφωση ενός αποκαταστασιακού προγράμματος παρέμβασης για μαθητές με δυσλεξία. Τα παιδιά με δυσλεξία είναι τόσο ίδια, αλλά και τόσο διαφορετικά ταυτόχρονα. Αποτελούν μία ανομοιογενή ομάδα με πολλές αποκλίσεις και ασυμφωνίες στις επιμέρους ικανότητές τους. Η δυσλεξία αποτελεί μία πραγματικότητα και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Το πρόγραμμα παρέμβασης που διαμορφώθηκε βασίστηκε στα χαρακτηριστικά και τα ελλείμματα των παιδιών με δυσλεξία. Σχεδιάστηκε λοιπόν ένα διδακτικό πρόγραμμα το οποίο είναι εύκολο στη χρήση και με βάση την ενεργητική συμμετοχή όλων των παιδιών με δυσλεξία.

Αφορά μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου και  βασίζεται σε ειδική Μεθοδολογία. Η Μεθοδολογία αυτή χρησιμοποιεί αρχές και τεχνικές από διαφορετικές συναφείς επιστήμες όπως:

  • Γνωστική Ψυχολογία
  • Παιδαγωγική
  • Θεωρητική Γλωσσολογία
  • Κειμενο-Γλωσσολογία
  • Ψυχο-Γλωσσολογία και
  • Φιλολογία.

Η Μεθοδολογία αυτή επιβάλλει μεθοδολογικά πρότυπα στην Αποκατάσταση, που μόνο ο ξεχωριστός τρόπος σκέψης των μαθητών με Μαθησιακές Δυσκολίες ή Δυσλεξία υπαγορεύει. Τέλος, οι αρχές της Μεθοδολογίας, διαφοροποιούνται σε κάθε γνωστικό τομέα, ανάλογα με τη φυσιολογία αυτού και τη φύση των δυσκολιών που εμφανίζονται σε αυτόν. Όμως, η  θεμελιακή κοινή παράμετρος  είναι η αναλυτικο-συνθετική προσέγγιση του κάθε αντικειμένου.

Η Πινακωτή είναι ένα πακέτο με εκπαιδευτικό υλικό για παιδιά από 5 έως 9 ετών. Το πακέτο αυτό απευθύνεται σε γονείς, εκπαιδευτικούς προσχολικής εκπαίδευσης -εκπαιδευτικούς δημοτικής εκπαίδευσης, καθηγητές της ελληνικής ως δεύτερης – ξένης γλώσσας, κλινικούς και σχολικούς ψυχολόγους, ειδικούς παιδαγωγούς, λογοθεραπευτές και ορθοφωνικούς. Η Πινακωτη 1,2  αποσκοπούν  στην:

  • εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής,
  • την εξοικείωση με τους ήχους της ελληνικής γλώσσας
  • την ακουστική αντίληψη και διάκριση των φωνημάτων
  • την οπτική διάκριση των γραμμάτων
  • τη σωστή άρθρωση
  • την υποβοήθηση της διορθωτικής αγωγής της δυσλεξίας –
  • τη διορθωτική φωνητική

Όμως η Πινακωτή 1 βοηθά  στην προετοιμασία για την ανάγνωση και τη γραφή, ενώ η Πινακωτή  2 οδηγεί στην εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής.

Μια από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η Εργοθεραπεία είναι η Αισθητηριακή Ολοκλήρωση.

Αισθητηριακή Ολοκλήρωση είναι η ικανότητα του εγκεφάλου να οργανώνει αισθητηριακές πληροφορίες για να τις χρησιμοποιεί με αποτελεσματικό τρόπο (Ayres,1972).

Η μέθοδος-θεραπεία της Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης (Sensory Integration) είναι ευρέως γνωστή και αποτελεσματική και επιτυγχάνεται μέσω δραστηριοτήτων/παιχνιδιών που απολαμβάνουν και διασκεδάζουν τα παιδιά (κούνιες, πατίνια, τραμπολίνο, μπάλες, κ.α.). Σε ένα δομημένο και προστατευμένο περιβάλλον με κατάλληλο εξοπλισμό δίνονται αισθητηριακές πληροφορίες, ώστε να τις λάβει το παιδί και μέσω αυτού να έλθει η ολοκλήρωση. Όταν δεν υπάρχει επαρκής Αισθητηριακή Ολοκλήρωση, η δυσλειτουργία αυτή επηρεάζει τις δεξιότητες που απαιτούνται για την μάθηση, την κίνηση, την συναισθηματική ωριμότητα και κοινωνική συμπεριφορά, την διαχείριση άγχους, το παιχνίδι και κατ’ επέκταση το σχολείο.

Η μέθοδος της Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης σε κάποιες περιπτώσεις θεωρείται αναγκαία και είναι αποτελεσματικότερη των άλλων θεραπειών. Είναι κατάλληλη από τον πρώτο μήνα ζωής του νεογνού και εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπως σε παιδιά με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές συμπεριλαμβανομένου και του αυτισμού, διάσπαση ελλειμματικής προσοχής με ή χωρίς υπερκινητικότητα, δυσπραξία, ειδικές αναπτυξιακές και κινητικές δυσκολίες, ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχές ισορροπίας και προσανατολισμού, δυσλειτουργία αμφιτερόπλευρης ολοκλήρωσης και διαδοχής, κ.α.

Μέσω της Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης που εφαρμόζεται στο τμήμα εργοθεραπείας, επιτυγχάνεται οργάνωση, συγκέντρωση, ρύθμιση της εγρήγορσης, ικανότητα μάθησης και αφημένων εννοιών, καθώς και ειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων και των πλευρών του σώματος.

Η Εκπαίδευση Καίριων Δεξιοτήτων (Pivotal Response Treatment®)βασίζεται στο ότι η συμπεριφορά εξαρτάται από «καίριες» ή ζωτικές συμπεριφορικές δεξιότητες. Κυρίως αναφέρεται αρχικά στην παρουσία Κινήτρου και την δυνατότητα να ανταποκρίνεται κάποιος σε πολλαπλά σήματα-cues. Η ανάπτυξη των δεξιοτήτων αυτών, θα έχει ως αποτέλεσμα «παράπλευρα κέρδη» σε άλλους συμπεριφορικούς τομείς επίσης, οι οποίοι δεν έτυχαν άμεσης επικέντρωσης κατά την παρέμβαση.

Το Pivotal Response Treatment αναγνωρίζεται διεθνώς ως μία από τις 4 επιστημονικά βασισμένες θεραπείες για τον αυτισμό (2011Volkmar Autism: Practical guide for parents, 2005, Richard Simpson – University of Kansas).

Είναι μία μέθοδος διδασκαλίας κοινωνικών δεξιοτήτων σε άτομα που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού ή παρουσιάζουν αναπτυξιακές διαταραχές . Πρόκειται για εξατομικευμένα κείμενα που προσφέρουν στο άτομο ακριβείς πληροφορίες για καταστάσεις και δεξιότητες που δυσκολεύουν το συγκεκριμένο άτομο. Οι Κοινωνικές Ιστορίες περιέχουν οπτικοποιημένο υλικό, για τη διευκόλυνση της κατανόησής του από το άτομο στο οποίο απευθύνεται.

Αφορά την μέθοδο «Απεικονιστικών Αλληλεπιδράσεων που διδάσκουν ικανότητες συζήτησης σε μαθητές με ΔΑΦ και άλλες συναφείς διαταραχές.

Διαφοροποιημένη διδασκαλία είναι μια φιλοσοφία διδασκαλίας η οποία βασίζεται στην αρχή ότι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να προσαρμόζουν την διδασκαλία τους στις διαφορετικότητες των μαθητών.

Στρατηγικές µάθησης είναι οι τεχνικές, οι αρχές ή οι κανόνες που διευκολύνουν την απόκτηση, τον χειρισµό, την ενσωµάτωση, την αποθήκευση και την ανάκτηση των πληροφοριών σε άλλα πλαίσια και καταστάσεις.

Η πολυαισθητηριακή προσέγγιση της διδασκαλίας αποτελεί βασική παράμετρο στη μάθηση των παιδιών με Δυσλεξία/ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Ο ρόλος των αισθήσεων είναι κυρίαρχος. Η διέγερση της αφής, της ακοής και της όρασης βοηθά στην ενεργή συμμετοχή του παιδιού κατά τη μαθησιακή διαδικασία. Έτσι οδηγούμαστε στην αποτελεσματικότερη πρόσληψη και επεξεργασία των πληροφοριών.

Τα ελλείμματα στη μνήμη, στην αυτοματοποίηση, στη συγκέντρωση, στην οπτική και ακουστική διάκριση καθώς και στη κιναισθητική αντίληψη οδηγούν σε κενά στις σχολικές δεξιότητες και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν έγκαιρα.

To εποπτικό υλικό “Οι αριθμοί …πέρα απ’ τους κανόνες” δίνει τη δυνατότητα στο μαθητή να κατανοεί την ουσία των Μαθηματικών εννοιών και διαδικασιών μέσω της πολυαισθητηριακής προσέγγισης: χρησιμοποιεί επανεγγράψιμες καρτέλες και απτό υλικό για την εξάσκηση του έχοντας έτσι την ευκαιρία ν’ απομυθοποιεί το λάθος, εκφράζει και αιτιολογεί κάθε φορά τη σκέψη του και γενικά συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία μάθησης μ’ ευχάριστο τρόπο.

Η Applied Behaviour Analysis (ABA), ή Εφαρμοσμένη Ανάλυση Συμπεριφοράς (ΕΑΣ) όπως είναι γνωστή στην Ελλάδα, είναι μία εντατική και διαπροσωπική μέθοδος που αποσκοπεί στο να διδάξει βασικές δεξιότητες μάθησης, να ενισχύσει το κίνητρο του ατόμου και να χτίσει πάνω σε προυπάρχουσες βασικές δεξιότητες ώστε το άτομο να μπορεί να αναπτύξει πιο πολύπλοκες ικανότητες και λειτουργικότητα.

Η ABA έχει μια ευρεία ερευνητική βάση δεδομένων που υποστηρίζει την αποτελεσματικότητά της με διάφορες διαγνωστικές κατηγορίες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών με προβλήματα συμπεριφοράς, με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, όπως ο αυτισμός και παιδιά με Διαταραχή Ελλειματικής Προσοχής- Υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ).

Υπάρχουν δεκάδες ερευνητικές μελέτες, τα αποτελέσματα των οποίων αποδυκνείουν οτι τα παιδιά με αυτισμό και προβλήματα συμπεριφοράς μπορούν να διδαχτούν δεξιότητες (π.χ. επικοινωνίας, παιχνιδιού, κοινωνικής αλληλλεπίδρασης, ακαδημαικές κλπ.) και ότι «δύσκολες» συμπεριφορές (π.χ. αυτοτραυματισμός, επιθετικότητα) μπορούν να περιοριστούν με την εφαρμογή των αρχών της ΑΒΑ.

Μερικά βασικά χαρακτηριστικά ενός προγράμματος παρέμβασης βασισμένο στις αρχές της ΑΒΑ:

Η χρήση ενισχυτών (reinforcers): Πολλά παιδιά με ειδικές ανάγκες δεν κινητοποιούνται από αντικείμενα και δραστηριότητες που κινητοποιούν τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά (π.χ. να ακούνε «μπράβο» από τους γονείς, να μιμούνται τους φίλους τους και να ολοκληρώνουν μόνοι τους μία δραστηριότητα). Στα πλαίσια της εκπαίδευσης των παιδιών αυτών, η ABA εφαρμόζει επιστημονικές αρχές όπως η ενίσχυση (reinforcement), για να προωθήσει την ανάπτυξη «θετικών» ρεπερτορίων συμπεριφοράς (π.χ. βλεμματική επαφή, επικοινωνία) και για την αντιμετώπιση και μείωση «αρνητικών» συμπεριφορών (π.χ. επιθετικότητα, άρνηση συμμόρφωσης με εντολές).

Η ανάλυση δραστηριότητας(task analysis): μερικά παιδιά χρειάζονται περισσότερες επαναλήψεις για να μάθουν να εκτελούν πολύπλοκες δραστηριότητες (π.χ. να πλένουν τα δόντια τους, να δένουν τα κορδόνια τους, να γράφουν τα γράμματα της αλφαβήτου). Γιαυτό τον λόγο πολύπλοκες δραστηριότητες «σπάνε» σε πιο απλά βήματα και στην συνέχεια αυτά τα βήματα διδάσκονται ένα-ένα, με συστηματικό τρόπο.

Η ανάλυση αιτιολογίας συμπεριφοράς(functional behavioural assessment): όταν ένα παιδί επιδεικνύει «δύσκολη» συμπεριφορά (π.χ. επιθετικότητα, στερεοτυπία) γίνεται προσεκτική παρατήρηση και συλλογή δεδομένων για τον προσδιορισμό της αιτιολογίας αυτής της συμπεριφοράς (π.χ. αναζήτηση προσοχής απο τον γονιό, αποφυγή δραστηριοτήτων που δεν θέλει το παιδί κλπ). Στην συνέχεια, η παρέμβαση επικεντρώνεται στο να διδαχτεί το παιδί εναλλακτικές συμπεριφορές που να είναι κοινωνικά αποδεκτές και να εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, στο να μάθει το παιδί να ανέχεται κάποιες αρνητικές καταστάσεις κ.ο.κ.

Η συλλογή δεδομένων(data collection) βοηθάει στο να καταγράφεται η πρόοδος του παιδιού και να παρατηρείται ο ρυθμός μάθησής του. Όταν το παιδί δεν παρουσιάζει ικανοποιητική πρόοδο γίνεται επαναξιολόγηση της παρέμβασης και ακολουθούν οι αναγκαίες αλλαγές.

Οι αποφάσεις για την καταλληλότερη μορφή και στόχους παρέμβασης βασίζεται στις ανάγκες του παιδιού και της οικογένειάς του. Ένα επιτυχημένο πρόγραμμα ΑΒΑ είναι εξατομικευμένο και αποσκοπεί στην γενίκευση όλων των ανεπτυγμένων δεξιοτήτων του παιδιού σε διαφορετικά περιβάλλοντα (π.χ. το παιδί να μπορεί να επιδείξει την δεξιότητα και στο σπίτι και στο σχολείο) και με διαφορετικά άτομα (π.χ. θεραπευτής, γονιός, δάσκαλος). Οι γονείς και το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού δέχονται καθοδήγηση και συμβουλές για την αποτελεσματικότερη συναναστροφή τους με το παιδί ώστε να ανταποκριθούν στις επικοινωνιακές, κοινωνικές και συμπεριφορικές ανάγκες του.

Το PECS («Σύστημα Επικοινωνίας μέσω Ανταλλαγής Εικόνων») είναι ένα πρόγραμμα επικοινωνίας, που επιτρέπει σε παιδιά και ενήλικες με διαταραχές του αυτιστικού φάσματος και άλλες διαταραχές επικοινωνίας χωρίς λειτουργικό ή κοινωνικά αποδεκτό λόγο, να αρχίσουν να επικοινωνούν. Κάποιοι που έχουν περιορισμένο λόγο ή δεν μιλούν καθόλου, μπορεί κάποιες φορές να έχουν περισσότερες δεξιότητες στην επικοινωνία από εκείνους που έχουν περισσότερες ικανότητες στο λόγο, αλλά δεν γνωρίζουν πώς να τις χρησιμοποιήσουν.

Τα παιδιά εκπαιδεύονται μέσα από την λογοθεραπεία, την εργοθεραπεία και την ειδική διαπαιδαγώγηση, έτσι ώστε να μπορούν να πλησιάζουν και να δείχνουν την εικόνα του αντικειμένου που επιθυμούν στο άτομο με το οποίο θέλουν να επικοινωνήσουν και να την ανταλλάσουν με το επιθυμητό αντικείμενο. Αρχικά μαθαίνουν να επικοινωνούν χρησιμοποιώντας μόνο μια εικόνα, και στη συνέχεια μαθαίνουν να συνδυάζουν εικόνες, έτσι ώστε να μάθουν διάφορες γραμματικές δομές, σημασιολογικές σχέσεις και λειτουργίες επικοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο, ξεκινούν τη διαδικασία της επικοινωνίας.

Το PECS εξελίσσεται παράλληλα με την τυπική ανάπτυξη της γλώσσας, με την έννοια ότι πρώτα διδάσκει στα παιδιά πώς να επικοινωνήσουν ή ποιες είναι οι βασικές αρχές επικοινωνίας και στη συνέχεια τα παιδιά μαθαίνουν να επικοινωνούν με συγκεκριμένα μηνύματα.

Το TEACCH (Treatment and Εducation of Autistic and Communication Handicapped Children) στα ελληνικά μεταφράζεται: «Θεραπεία και Εκπαίδευση Παιδιών με Αυτισμό και Διαταραχές Επικοινωνίας») αποτελεί ένα πρόγραμμα εναλλακτικής εκπαίδευσης, για παιδιά με διαταραχές του αυτιστικού φάσματος, που ενσωματώνει παρεμβάσεις σε περιβάλλον, ημερήσιο πρόγραμμα, αντικείμενο εργασίας και επικοινωνία.

Κατανοώντας τις ιδιαιτερότητες της αυτιστικής διαταραχής για τάξη, σταθερότητα ομοιομορφία και προβλεψημότητα, δημιουργήθηκαν τέσσερα βασικά στοιχεία όπου στηρίζεται το TEACCH:

1. Η φυσική δόμηση του περιβάλλοντος

Αφορά τον τρόπο οργάνωσης του περιβάλλοντος. Ένα δομημένο περιβάλλον θα πρέπει να είναι αυτό που είναι εύκολα αντιληπτό από τα παιδιά με αυτισμό. Για παράδειγμα σε ποιο χώρο γίνεται τι. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά με αυτισμό να μπορούν να παραμένουν για κάποιο χρονικό διάστημα σε ένα μέρος και να μεταβιβάζονται από μια δραστηριότητα στην άλλη με ευκολία.

2. Το ατομικό ημερήσιο πρόγραμμα

Βοηθάει το παιδί να κατανοήσει τι δραστηριότητες θα κάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το πρόγραμμα έχει διαφορετική μορφή ανάλογα με το παιδί και τις δυνατότητές του και είναι εξατομικευμένο.

3. Το σύστημα ατομικής εργασίας

Είναι ένας τρόπος οργάνωσης μιας δραστηριότητας στο σχολείο ή στο σπίτι. Το παιδί πρέπει να γνωρίζει τι, που, πότε, πόση ώρα, πως θα ξέρει πότε τελείωσε, τι θα κάνει μετά.

4. Οπτική παρουσίαση των δραστηριοτήτων

Η οπτική οργάνωση μιας δραστηριότητας βοηθά το παιδί μέσω της σηματοδότησης να οργανώνεται και να κάνει γνωστές τις ανάγκες του σε κάποιον άλλο.

Το Makaton είναι ένα μέσο για την ενθάρρυνση της ανάπτυξης επικοινωνίας σε παιδιά και ενήλικες που εμφανίζουν ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών δυσκολιών, που βασίζεται στην χρήση νοημάτων ή γραφικών συμβόλων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν τον προφορικό λόγο.

Ο βασικός στόχος του Makaton είναι η ανάπτυξη της κατανόησης και της χρήσης του λόγου. Δίνει τη δυνατότητα σε όσους παρουσιάζουν αναπτυξιακές δυσκολίες στην επικοινωνία και το λόγο να καλλιεργήσουν αυτές τις δεξιότητες και να τις χρησιμοποιήσουν με ένα απλό αλλά πολύ λειτουργικό τρόπο, έτσι ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή, να χαίρονται, να έχουν επιλογές και να διεκδικούν τα δικαιώματα τους.

Μπορεί να εφαρμοστεί μέσα από την λογοθεραπεία και την εργοθεραπεία σε όλα τα περιβάλλοντα (σχολείο, σπίτι, εργασιακός χώρος). Η διδακτική του προσέγγιση εστιάζεται σε πρώτο επίπεδο στην απόκτηση βασικών δεξιοτήτων επικοινωνίας και γλώσσας και σε ένα υψηλότερο επίπεδο στην κατάκτηση ανάγνωσης και γραφής.