΄΄ Διδακτικές προσεγγίσεις στο μάθημα της Ιστορίας στο Γυμνάσιο ΄΄

Δυστυχώς στις μέρες μας η μελέτη της ιστορίας αποτελεί τροχοπέδη ιδίως για τους μαθητές . Ίσως γιατί δεν εξυπηρετεί τους πραγματικούς σκοπούς όπως αυτοί καθορίζονται από τις οδηγίες του ΥΠΕΠΘ για το Γυμνάσιο και το Ενιαίο Λύκειο.

Ως γενικός σκοπός ορίζεται η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και συνείδησης του μαθητή, ο οποίος θα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει και να ερμηνεύει τα διάφορα ιστορικά γεγονότα, να τα συνδέει με πρόσωπα και ημερομηνίες και φυσικά να προβληματίζεται. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που η Διδακτική της Ιστορίας έχει ως σημείο αναφοράς την ιστοριογραφία, αλλά βρίσκεται και σε δομική επικοινωνία με επιστήμες όπως η Παιδαγωγική, η Γνωστική και η Κοινωνική Ψυχολογία και η Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης.

«Με τον όρο Διδακτική περιγράφουμε, συνήθως την επιστημονική μελέτη της οργάνωσης των όρων για τη μάθηση και την αναζήτηση του προσφορότερου τρόπου, μέσω του οποίου ο μαθητής θα πραγματώσει έναν στόχο γνωστικό, συναισθηματικό, ψυχοκινητικό. Δεν πρόκειται, δηλαδή , για μία εμπειρική διαδικασία αλλά υπόκειται σε έλεγχο και επαλήθευση των πορισμάτων της. Η διδακτική της ιστορίας συγκεκριμένα , εξελίχθηκε έτσι ώστε να στοχεύει στη μετάδοση της ιστορικής γνώσης και στην καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης του μαθητή, αλλά ο τρόπος οικοδόμησής της είναι ιδιαίτερα επίπονος και πολυσύνθετος. Και αυτό, επειδή ο μαθητής δεν πρέπει να λειτουργεί μόνο ως αποδέκτης ιστορικών γνώσεων, αλλά και ως παραγωγός της ιστορίας, άρα είναι η ανάγκη να συνεργεί στην αναπαραγωγή του παρελθόντος, ώστε να κατακτήσει τις γνώσεις και τα μέσα και να καλλιεργήσει την κριτική του σκέψη».[1]

Θα πρέπει να δοθεί, λοιπόν, έμφαση στο πώς θα «οικοδομηθεί» η διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας. Επίκεντρο κάθε προσπάθειας θα πρέπει να είναι ο μαθητής και σε καμία περίπτωση ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος θα πρέπει να λειτουργεί ως «βοηθητική πατερίτσα» μέχρι ο μαθητής να ορθοποδήσει.

Μερικές από τις καταλληλότερες μεθόδους που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο εκπαιδευτικός είναι η αφήγηση, ο κατευθυνόμενος διάλογος ( με τον οποίο εξασφαλίζει στο μαθητή περισσότερη αυτενέργεια), αλλά και μία πιο πρωτοποριακή μέθοδος, αυτής της ερευνητικής. Οι μαθητές μετατρέπονται αυτόματα σε μικτούς αρχαιολόγους –ερευνητές , ο οποίοι δουλεύοντας συλλογικά και εκπονώντας εργασίες θέτουν καινούρια ερωτήματα και επιλύουν απορίες. Αξίζει βέβαια στο σημείο αυτό να προσθέσουμε, πως κρίνεται απαραίτητη και η χρήση των εποπτικών μέσων, όλων δηλαδή εκείνων των αντικειμένων και υλικών τα οποία έχουν τη δυνατότητα να διεγείρουν τις αισθήσεις του μαθητή π.χ ταινίες, διαφάνειες (slides), φωτογραφίες κ.ά .

Σε κάθε περίπτωση και με κάθε μέσο απώτερος σκοπός του διδάσκοντα είναι να μάθει το παιδί να λειτουργεί αυτόνομα. Θα δώσει την ώθηση αλλά παράλληλα θα πρέπει να τον αφήσει να προχωρήσει μόνος του, ώστε να καταφέρει να υλοποιήσει το τρίπτυχο: α) Συνολικότητα, β) εποπτικότητα και γ) βιωματικότητα και αυτενέργεια.

Συμπερασματικά, η ιστορία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, ο οποίος για να μείνει ακέραιος θα πρέπει να συντηρείται από τους μάχιμους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι θα πρέπει όσο πιο αντικειμενικά μπορούν και με όσα μέσα αυτοί κρίνουν απαραίτητα να μεταλαμπαδεύουν στη νεώτερη γενιά τις ιστορικές γνώσεις.

Λαγάκου Παναγιώτα –Νεκταρία

Φιλόλογος

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Κόκκινος Γ., (2006), «Διδακτικές προσεγγίσεις στο μάθημα της ιστορίας», Αθήνα, Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2002, σελ. 223-224

Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο Ενιαίο Λύκειο, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2002, σελ. 234-235

Τζόκας Σπύρος, (2000), «Διδακτικές στρατηγικές στο μάθημα της Ιστορίας», Εκδόσεις Σαββάλας

[1] Τζόκας Σπ., Διδακτικές στρατηγικές στο μάθημα της ιστορίας

Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση